Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Δύο ποιήματα


Ο DANTON ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ

Είδος τμήματος μεταγωγών αυτός ο κόσμος — είδος φυλακής υποδίκων του είδους. Στο μέγα Πραιτώριο ρόλοι κριτών και κρινομένων, στρατιωτών και αιχμαλώτων, φυλάκων και φυλακισμένων συγχέονται καθώς παίζονται απ’ όλους προς όλους ακατάπαυστα. Θεάται ο θάνατος τη ζωή και είναι πλήρες το βλέμμα του ανεστραμμένων ειδώλων.
Κάποτε στο Πραιτώριο θα τους ξαναδείς όλους. Θα σε βρίζουν και θα σε χτυπούν και θα σε φτύνουν και δε θα μπορείς και δε θα θέλεις να τους φτύσεις καν.
Ολους θα τους ξαναδείς εκεί: και τους στρατιώτες κσι τους γραμματείς και τους φαρισαίους και τους εχθρούς και τους φίλους. Κι ανάμεσά τους το φίλο των εχθρών — το βιρτουόζο των εσκεμμένων φιλημάτων: Ραβί - Ραβί…
Και βέβαια τον ενδιαφερότερο ανάμεσά τους — τον ίδιο τον προπραίτωρα της Ιουδαίας. Αψογοι οι τρόποι του Πιλάτου — τρόποι κυρίου πάντα. Ψύχραιμος και λογικός θα γυρέψει λεκάνη κι όπως θ’ απλώνει το βρεμένο χέρι στην πετσέτα — το βλέμμα του φωτισμένο από την ένταση της ειρωνείας — θα σου αναγνωρίσει, ασφαλώς, τη βασιλεία των ουρανών, ψέγοντάς σου όμως την άκομψη αυτή εμμονή στην αλήθεια: τι έστιν η αλήθεια;
Αλήθεια, ποιά είναι η αλήθεια;
Μεγάλη πίκρα
μεγάλη προσβολή
για τίμιον άντρα –
να ‘χει ανέντιμους εχθρούς,
μεγαλύτερη ακόμα
– κι η πίκρα και η προσβολή –
όταν
εχθρούς έχει τους φίλους:
αυτούς που μοιράστηκαν την καρδιά του
αυτούς που λεηλάτησαν τη σκέψη του
κρατώντας
ράκη ασύνδετα
κάλυκες που τους φάνταξαν πιο όμορφοι
δίχως τη γόμωση των επιθετικών του νοημάτων –
κενές σμπαριασμένες λέξεις
σαν τις οβίδες που κουβαλάνε άδειες οι άκαπνοι
απ’ τα πεδία των μαχών
όταν ο θάνατος έχει σηκώσει ό,τι δικαιούται
όταν έχει καθίσει ο κουρνιαχτός
κι οι νικημένοι
και οι νικητές
δένουνε
καθένας
τις πληγές του.
Μ’ αυτές τις άδειες λέξεις
μ’ αυτούς τους άδειους κάλυκες
φτιάχνουνε τώρα ασήμαντες μορφές
κομμάτια φτηνής αισθητικής
γελοία υποστηλώματα
των ταπεινών εγωισμών των.
Με τέτοια “επιτεύγματα”
– τέτοιος που είναι ο καιρός –
με τέτοια “επιτεύγματα”
γινήκαν πάλι “κάποιοι” στο παζάρι,
αισθάνονται — επιτέλους — αυτοδύναμοι
έμποροι με δικό τους μαγαζί
ίσοι προς ίσους με τους εαυτούς των…
Ω, βεβαιότατα:
έγιναν επιτέλους αυτό που ήσαν.



ΜΠΕΝΑΚΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Είναι ωραία και όμως ερευνά
ή, μάλλον, μολονότι ωραία και διόλου θεούσα — κάθε άλλο,
(το αποκλείει το ελάχιστο που φορά μπλουζάκι,
καθώς αφήνει έκθετη τη σφριγώσα μέση, σαφώς υπαινισσόμενο ότι ο αφαλός,
αθέατος προς το παρόν αλλά πάντως ακάλυπτος,
πιό κι απ’ τη μέση ερεθιστικός θα είναι)
εντούτοις, έχει καθήσει μπροστά στην οθόνη και ερευνά.
Μεταπτυχιακή φοιτήτρια προφανώς,
θα σπουδάζει, υποθέτω, ιστορία,
(ή μήπως κοινωνιολογία της παιδείας — στις μέρες τους τίποτα δεν αποκλείεται)
περνάει την ταινία μικροφίλμ των παλαιών εφημερίδων
και
όλο κάτι αποσπά
και καταγράφει
στο γόνατο ακουμπώντας
(σίγουρο γόνατο τορνευτό)
το σημειωματάριό της με φίνο σκουρόχρωμο δέρμα δεμένο,
σαν το δέρμα που συγκρατεί στα όρια του τέλειου σχήματός της
τους όμοιους με ελάσματα μυώνες.
Θαυμάζω και επικροτώ την επιμέλεια της κόρης,
την εμβρίθεια του ύφους της, των βλεμμάτων της την προσήλωση
στο είδωλο του κειμένου,
που πότε ακινητεί και πότε φεύγει,
καθώς το χέρι της — χέρι Αρτέμιδος εν ώρα κυνηγίου — κομψά και έμπειρα
περιστρέφει τη μικρή λαβή δεξιά της.
Σημειωτέον
– και τούτο επιτείνει τον θαυμασμό μου, όχι μόνο για την εμβρίθεια κλπ.,
αλλά και για την ασκητική, σχεδόν, αυτοπειθαρχία της κόρης –
είναι ΄Ανοιξη.
Ο ήλιος έξω λάμπει χωρίς να δυναστεύει.
Προπετή κελαηδήματα αναμειγνύονται με κορναρίσματα ποικίλλων οχημάτων,
κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο εισβάλλει άρωμα νερατζιάς –
συνεγείροντας ως και τον γέροντα ερευνητή, που τώρα δα σηκώθηκε
και
βγήκε,
λέει,
ν’ ανασάνει
“ολίγον αέραν εαρινόν, αγαπητέ μου”.
Είναι ΄Ανοιξη, λοιπόν,
οι φλέβες των ορυκτών διαστέλλονται
από τη ζείδωρη ένταση του φωτός που αεροβατεί αχνίζοντας
στις φρεσκοπλυμένες μαρμαρόπλακες του παλιού Βουλευτηρίου,
κι εκείνη
δοσμένη στην αποδελτίωση παρωχημένων περιστατικών και λόγων
κάθεται ανύποπτη
με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν
(όπως κάθονταν άλλοτε τ’ απόβραδο στις γειτονιές οι γυναίκες,
έξω από τα χαμηλά τους σπίτια,
για να ξεδώσουν χαζεύοντας τους περαστικούς,
ενώ μέσα οι μοίρες, αγέλαστες και ακαλλώπιστες,
ετοίμαζαν συμφορές).
Θαυμάζω και επικροτώ,
μα αν κρίνω από το ύφος της,
ύφος βέβαιο “οργανικής διανοουμένης”
(ως επί πολύ και αδιαμαρτύρητα — αλλοίμονο — ακροασθείσης των μαθημάτων
της πολυτόμου κυρίας Π., λόγου χάρη,
ή, έτι χείρον,
της
πολυπράγμονος κυρίας Φ.)
αν κρίνω, λέω, από το ύφος της,
και όχι βέβαια από το φύλο ή την ομορφιά της
– ξου, ξου κακόγλωσσες φεμινίστριες –
συμπτώσεις που διόλου δεν εμπόδισαν
την Κόρινα να υποσκελίσει τον Πίνδαρο
και την Υπατία να υπηρετήσει, έως θανάτου ένδοξη και με τον ίδιο ζήλο,
της Αθηνάς και της Αφροδίτης τα έργα
(γι’ αυτό, λέγεται, την διαμέλισαν οπαδοί του Κυρίλλου Αλεξανδρείας,
γιατί δεν άντεχαν οι φθονεροί καλόγεροι να ζουν ανέραστοι
δίπλα σε τέτοια ομορφιά)
φοβούμαι
– πολύ φοβούμαι, ομολογώ –
ότι το όλο εγχείρημα θα καταλήξει,
μετά πολλών επαίνων, ασφαλώς,
σε μιαν ακόμη περισπούδαστη “προοδευτική” πατάτα.
24 Απριλίου 2000
——————————————————————